βύσσινο


βύσσινο
[висино] ουσ. о. вишня

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βύσσινο" в других словарях:

  • βύσσινο — το 1. ο καρπός της βυσσινιάς 2. φρ. «να λείπει το βύσσινο» για την αποποίηση προσφοράς που κρίνεται περιττή ή ασύμφορη ή και επικίνδυνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < (αρχ. επίθ.) βύσσινος* (< βύσσος)] …   Dictionary of Greek

  • βύσσινο — το ο καρπός της βυσσινιάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Charis Alexiou — Haris Alexiou, Konzert im Konzertsaal der Universität der Künste, Berlin, am 21. Oktober 2006 Haris Alexiou (griechisch Χάρις Αλεξίου, eigentlich Charíklia Roupáka, Χαρίκλεια Ρουπάκα; * 27. Dezember 1950 in …   Deutsch Wikipedia

  • Haris Alexiou — Haris Alexiou, Konzert im Konzertsaal der Universität der Künste, Berlin, am 21. Oktober 2006 Haris Alexiou (griechisch Χάρις Αλεξίου, eigentlich Charíklia Roupáka, Χαρίκλεια Ρουπάκ …   Deutsch Wikipedia

  • Алексиу, Харис — В Википедии есть статьи о других людях с такой фамилией, см. Алексиу, Элли. Харис Алексиу …   Википедия

  • βυσσινάδα — η [βύσσινο] αναψυκτικό, διάλυμα σιροπιού από βύσσινα σε νερό …   Dictionary of Greek

  • βυσσινής — ιά, ί [βύσσινο] 1. εκείνος του οποίου το χρώμα μοιάζει με του βύσσινου 2. το ουδ. ως ουσ. το βυσσινί το χρώμα του βύσσινου …   Dictionary of Greek

  • βυσσινιά — Δέντρο της οικογένειας της ροδιδών. Η επιστημονική της ονομασία είναι κέρασος ο ξινόκαρπος (βλ. λ. κερασιά). * * * η [βύσσινο] κοινή ονομασία του φυλλοβόλου δέντρου Prunus cerasus …   Dictionary of Greek

  • ιξός — και οξός, ο (ΑΜ ἰξός) 1. το παρασιτικό φυτό viscum album που ζει πάνω στη βαλανιδιά και σε άλλα δέντρα, κν. γκυ 2. κολλώδης ουσία που λαμβάνεται από το φυτό αυτό και χρησιμοποιείται για την κατασκευή ιξοβεργών («θήρας ὄργανον φέρουσα τὸν ἰξόν»,… …   Dictionary of Greek

  • μαρασκίνο — και μαρασκινό, το αλκοολούχο ηδύποτο που παρασκευάζεται με ζύμωση από τους καρπούς ενός είδους αυτοφυούς κερασιάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. maraschino < marasca «βύσσινο»] …   Dictionary of Greek